ἑκών

ἑκών, οῦσα, όν gen. όντος ['своей волей'] добровольно; умышленно

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἑκών" в других словарях:

  • ἑκών — vásmi masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκών — ούσα, όν (AM ἑκών, οῡσα, όν) αυτός που ενεργεί ή πάσχει κάτι με τη θέλησή του, οικειοθελώς προσφερόμενος, εθελοντής αρχ. 1. αυτός που ενεργεί από πρόθεση, επίτηδες («ἑκών ἠμάρτανεν» επίτηδες αποτύγχανε) 2. φρ. α) «ἑκών εἶναι» όσο εξαρτάται από… …   Dictionary of Greek

  • Ἑκῶν — Ἕκης masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ. — См. В непогоду не до плаванья …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἑκόν — ἑκών vásmi masc voc sg ἑκών vásmi neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκόντα — ἑκών vásmi neut nom/voc/acc pl ἑκών vásmi masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκουσῶν — ἑκών vásmi fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκοῦσα — ἑκών vásmi fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκοῦσαι — ἑκών vásmi fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκοῦσαν — ἑκών vásmi fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκοῦσι — ἑκών vásmi masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.